αλλά θεοί τών μέν μανίην αποτρέψατε γλώσσης,
εκ δ' οσίων στομάτων καθαρήν οχετεύσατε πηγήν
καί σέ, πολυμνήστη λευκώλενε παρθένε Μούσα,
άντομαι, ών θέμις εστίν εφημερίοισιν ακούειν,
πέμπε παρ' Ευσεβίης ελάουσ' ευήνιον άρμα.
μηδέ σέ γ' ευδόξοιο βιήσεται άνθεα τιμής
πρός θνητών ανελέσθαι, εφ' ώι θ' οσίης πλέον ειπείν
θάρσεϊ -- καί τότε δή σοφίης επ' άκροισι θοάζειν.
αλλ' άγ' άθρει πάσηι παλάμηι, πήι δήλον έκαστον,
μήτε τιν' όψιν έχων πίστει πλέον ή κατ' ακουήν
ή ακοήν ερίδουπον υπέρ τρανώματα γλώσσης,
μήτε τι τών άλλων, οπόσηι πόρος εστί νοήσαι,
γυίων πίστιν έρυκε, νόει δ' ήι δήλον έκαστον.
Διώξτε θεοί απ’ τη γλώσσα μου τη μάνια των ανθρώπων
και από στόματα όσια φέρτε πηγή καθάρια
κι εσύ Μούσα πολύμνηστη, λευκώλενε, παρθένα
αυτά που είναι της θέμιδος οι εφήμεροι ν' ακούσουν
στείλε απ’ την Ευσέβεια με ευήνιό σου άρμα.
Αν κι οι θνητοί σου πρόσφεραν άνθη τιμής και δόξας
τόλμα να ειπείς μα όχι πιο πέρα από τα όσια,
και τότε στης σοφίας την άκρια θα καθίζεις.
Με όλες τις αισθήσεις σου κρίνε πιό δήλον είναι,
μήτε να εμπιστεύεσαι την όψη αν δεν ακούσεις
ή την πολύβουη ακοή απ’ της γλώσσας τη σαφήνεια,
μήτε τη πίστη να κρατείς απ’ όπου ο νους περνάει,
το καθετί εννόησε όπως αυτό δήλό ‘ναι.